του Σπύρου Κουταβά

Βρεθήκαμε στην Επίδαυρο, όπου ο Θόδωρος Κουρεντζής μέσα από μια μουσική μυσταγωγική τελετουργία με την «Utopia Orchestra» μας ανύψωσε στον Αργολικό ουρανό. Εστω για λίγο, νοιώσαμε σημαντικά μέρη μιας

 ιερής πομπής που αποτίνει φόρο τιμής στα νεκρά παιδιά όλου του κόσμου. Νοιώσαμε την δύναμη της απώλειας, το βαθύ πέπλο του πένθους, αλλά ταυτόχρονα κατακλυστήκαμε κι από τα αισθήματα της λύτρωσης, όταν η δύναμη της ζωής υπερίπταται στην σκοτεινή ατμόσφαιρα του θανάτου.

Ο Μάλερ, είναι ο αγαπημένος συνθέτης του Κουρεντζή κι όπως έχει αποκαλύψει στο παρελθόν στον δημοσιογράφο της  «Corriere della Sera» Χέλμουτ Φαϊλόνι, που παρακολουθεί στενά την δουλειά του τα τελευταία χρόνια , «η 3η Συμφωνία  είναι αυτή που αποπλάνησε την ψυχή μου. Ήθελα να γίνω συνθέτης κι ο Μάλερ ήταν ο ήρωάς μου….. Ως μικρό αγόρι, άκουγα τη μουσική του με την πρώτη μου αγάπη».

Ουδεμία έκπληξη λοιπόν που ο Έλληνας διευθυντής Ορχήστρας επέλεξε την 4η Συμφωνία, ένα από τα πιο σκοτεινά και δύσκολα έργα του Μάλερ να  παρουσιάσει στην Επίδαυρο, σε συνδυασμό με τα τραγούδια για «τα Νεκρά παιδιά». Πρόκειται για μια συλλογή ποιημάτων του Φριντιχ Ρίκερτ (1788-1866) που ο ποιητής ξεκίνησε να γράφει όταν έχασε τα δυο του παιδιά από την ασθένεια της Οστρακιάς. Τραγική ειρωνεία είναι ότι κι ο Μάλερ 6 χρόνια αργότερα θα χάσει την πρώτη του κόρη από την ίδια ασθένεια, γεγονός που θα τον συγκλονίσει και θα επηρεάσει την ατμόσφαιρα των έργων του.

Ο ήλιος χάνεται πίσω από τον Αργολικό ουρανό και το θέατρο της Επιδαύρου αίφνης μετατρέπεται σε μέγα ναό, όπου ο Ασκληπιός  ετοιμάζεται να αγγίξει τις προσδοκίες, να χαϊδέψει την ελπίδα, να  πάρει μακριά τον πόνο. Οι μουσικοί της ορχήστρας ντυμένοι στα μαύρα εισέρχονται συντεταγμένοι στην πλατεία του θεάτρου και παίρνουν τις θέσεις τους. Ανάμεσα σε θερμά χειροκροτήματα εισέρχεται στο Θέατρο κι Κουρεντζής με ένα στενό μαύρο παντελόνι και πουκάμισο. Υποκλίνεται ευγενικά στους 10.000 και πλέον μουσικόφιλους.

Στα τέσσερα τραγούδια αφιερωμένα στα νεκρά παιδιά, ο θάνατος και η απώλεια είναι το κυρίαρχο μοτίβο, όπως συμβαίνει και στα περισσότερα έργα του Μάλερ.   Ο συνθέτης  οργίζεται με τους άγραφους νόμους της φύσης που αδιαφορούν για τις επιθυμίες των ανθρώπων και τα όνειρα των παιδιών, τα οποία δεν θα δουν ποτέ τον εαυτό τους να μεγαλώνει,  να αγαπά και να ερωτεύεται. Σε αυτό το περιβάλλον της φοβερής συμφοράς,  η φωνή της μέτζο σοπράνο Εve -Maud Hubeaux αποκαλύπτεται ως μοναχικός  θρήνος παρασέρνοντας το θέατρο σε ένα συλλογικό στιγμιαίο μοιρολόϊ. Ο Κουρεντζής στο πόντιουμ με αργές, χορευτικές κινήσεις, μεταδίδει στους μουσικούς του την ατμόσφαιρα της συντριβής. Σε όλη την διάρκεια του πρώτου μέρους η ενορχήστρωση είναι εντελώς λιτή. Ο Κουρεντζής φαίνεται ότι έδωσε έμφαση περισσότερο στον παρηγορητικό λόγο της Εve -Maud Hubeaux που σε κάποιες στιγμές προξένησε ρωγμές στην σιωπή του αργολικού θεάτρου ενώ η  πολυπληθής ορχήστρα για τις ανάγκες απόδοσης του έργου μεταμορφώθηκε  σε μουσικό σύνολο δωματίου.

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς περιελάβανε την  4η Συμφωνία του Μάλερ. Αρχικά, η ατμόσφαιρα της μουσικής παράστασης είναι αινιγματική, χωρίς να  νοιώθεις να σε κατακλύζει κάποια μελωδία.  Όσο περνά η ώρα, γίνεται περισσότερο αποπνικτική κι άλλοτε ταραγμένη και σκοτεινή. Ο περίεργος ήχος του βιολιού και των πνευστών διαπερνά ακόμη και το τελευταίοι διάζωμα του θεάτρου. Στο τελευταίο μέρος της συμφωνίας ένα σαρωτικό κύμα ήχων θα παρασύρει τα πάντα στο πέρασμα του με την λύτρωση να σκεπάζει κάθε ίχνος πόνου και απώλειας. Ο Κουρεντζής ως αρχιχορευτής πάλλεται πάνω στο ποντιουμ, το σώμα του άλλοτε αιωρείται πάνω από την ορχήστρα κι άλλοτε ελίσσεται μέσα στους στενούς διαδρόμους των σωμάτων των μουσικών του.

Στο τέλος κλείνουν τα φώτα και  η σιωπή καλύπτει το κοίλον του θέατρου. Δεν ακούγονται ούτε οι ανάσες των 10.000 θεατών, παρά μόνο ο ήχος ενός γκιώνη κι ενός τζιτζικιού που παρασύρθηκαν από την στιγμιαία «υψηλή» θερμοκρασία. Είναι τέτοια η σιωπή και το βάθος της νύκτας που στρέφοντας το βλέμμα στον ουρανό, βλέπεις τα ίχνη το γαλαξία να διασχίζουν τον Αργολικό ουρανό. Η στιγμή είναι μοναδική, νοιώθεις τυχερός που είσαι μέρος αυτής της νυκτωδίας.

Ο Κουρεντζής κατάφερε κάτι το μοναδικό σε αυτή την παράταση. Μπόρεσε να σαγηνεύσει 10.000 ανθρώπους,  να εξυψώσει την ελπίδα τους, να κλέψει το δάκρυ τους σε διαφορετικά σημεία της παράστασης, να τους φέρει αντιμέτωπους με τα αισθήματα της συντριβής, να  μεταφορτώσει τις ματαιότητές τους σε  άλλους χρόνους, κατάφερε, να ακουμπήσει τα παλιά σημάδια του χρόνου που αφήνονται ως σφραγίδες πάνω στην μνήμη.

Τα φώτα ξαφνικά άνοιξαν κι ο Κουρεντζής πιασμένος στα χέρια με τις δυο λυρικές τραγουδίστριες της βραδιάς υποκλίνεται στο κοινό του. Το Αργολικό θέατρο σείεται από τα παλαμάκια κι από τα επιφωνήματα επιβράβευσης. Κάποιοι πολύ πρόχειρα με τις παλάμες των χεριών τους  σκουπίζουν όπως - όπως τα δάκριά τους .

Δεν νομίζω ότι υπήρξε άνθρωπος που βρέθηκε στην Επίδαυρο και να μην πέρασε από το μυαλό του ότι η επιλογή του Κουρεντζή για «τα Νεκρά παιδιά» δεν ήταν τυχαία, αλλά  ήταν ένας φόρος τιμής για τα παιδιά που πεθαίνουν στις μέρες μας, κι είναι τα παιδιά της Γάζας που πεθαίνουν από τις βόμβες και τον λιμό, τα παιδιά του Σουδάν  και της Σομαλίας αλλά και τα παιδιά της Ουκρανίας και του Ντονιέσκ.  Ο Κουρεντζής δεν επέλεξε μια από τις γνωστές  θριαμβευτικές συμφωνίες με έντονα τα στοιχεία του λυρισμού, της δυναμικότητας και της ορμής, αλλά προτίμησε ένα έργο του Μάλερ που διακρίνεται για τις σιωπές  και τα σκοτάδια του,  προκειμένου να μας μιλήσει για τις σύγχρονες τραγωδίες και τις απώλειες που συμβαίνουν γύρω μας.

Στο κοίλον του Αργολικού θεάτρου έχουν ακουστεί οι κραυγές ανυπακοής της Αντιγόνης, τα λόγια εκδίκησης της Ηλέκτρας, ο ήχος του πολέμου από την θυσία της Ιφιγένειας, ο λόγος παραφροσύνης της Μήδειας, αλλά  η επιλογή του Κουρεντζή να μας μεταφέρει στο κατανυκτικό και ταυτόχρονα απόκοσμο περιβάλλον της 4ης Συμφωνίας του Μάλερ με τα τραγούδια για τα νεκρά παιδιά, μας επανατοποθέτησε απέναντι σε βασικά ερωτήματα των αξιών της ζωής. Νοιώσαμε να βυθιζόμαστε στις αβύσσους του εσωτερικού μας κόσμου και ταυτόχρονα αισθανθήκαμε την ανύψωση, μετά το αίσθημα της συντριβής που προκαλεί το τραύμα της απώλειας. Η συναυλία του Θόδωρου Κουρεντζή ακόμη και για τους ελάχιστα μυημένους στην κλασσική μουσική ήταν μια λυτρωτική εμπειρία μέσα σε μια θάλασσα συγκίνησης και δακρύων. 

Ο Κουρεντζής γεννήθηκε στην Αθήνα και από μικρή ηλικία άρχισε τα μαθήματα πιάνου.
Στα 7 του χρονιά άρχισε να μαθαίνει βιολί. Στα 12 του φοίτησε στο Εθνικό Ωδείο στο Τμήμα Θεωρητικής Μουσικής και στο Τμήμα Εγχόρδων.
Μετά το πέρας των σπουδών αν και είχε εξασφαλισμένη υποτροφία για τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης, προτίμησε την Ρωσία  όπου εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη, προκειμένου να φοιτήσει σε μια σχεδόν μυθική μορφή της σοβιετικής διεύθυνσης ορχήστρας τον Ηλία Μούσιν.  Μερικά χρόνια αργότερα  ο ίδιος ο μαέστρος είπε για τον Θεόδωρο Κουρεντζή: «Είχα πολύ ταλαντούχους μαθητές σαν  τον Γκέρκγιεβ και τον Τερμικάνοβ αλλά μια ήταν μόνο η διάνοια:  ο Θεόδωρος Κουρεντζής».

Ο Κουρεντζής ενσωματώνεται πλήρως στον πυρήνα της κλασσικής παιδείας και της Ρωσικής κουλτούρας στην κλασσική μουσική.
Το 2003  εντάσσεται στην Εθνική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ρωσίας και τον επόμενο χρόνο αναλαμβάνει επικεφαλής διευθυντής ορχήστρας στο Ακαδημαϊκό Θέατρο Όπερας & Μπαλέτου της πόλης Νοβοσιμπίρσκ. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ρωσίας μετα την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη.

Το 2011 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Θεάτρου Όπερας και Μπαλέτου και την ίδρυση της ορχήστρας και χορωδίας MusicAeterna με έδρα το Περμ της Ρωσίας.
Στη Ρωσία έχει βραβευθεί ουκ ολίγες φορές και πρόκειται για μια εμβληματική φυσιογνωμία. Όλα του τα κονσέρτα είναι sold out μήνες πρωτύτερα, κι είναι δημοφιλής σε όλες τις ηλικίες. Οι παραστάσεις του στην Ευρώπη και την Ασία  προκαλούν καλλιτεχνικό σεισμό.  Με την ομάδα των μουσικών του ταξιδεύουν σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία προκαλώντας πρωτοφανές ενδιαφέρον σε κάθε τους παράσταση.