Στην κοινή τους παρέμβαση, το ΓΕΩΤ.Ε.Ε./Παράρτημα Δυτικής Μακεδονίας, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας/5ο Περιφερειακό Τμήμα

Δυτικής Μακεδονίας και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας/Τμήμα Δυτικής Μακεδονίας υποστηρίζουν ότι, «επτά χρόνια μετά την έναρξη της απολιγνιτοποίησης, τα αποτελέσματα απέχουν σημαντικά από τους αρχικούς στόχους».

Επισημαίνουν ότι η Δυτική Μακεδονία, επί δεκαετίες «αποτέλεσε το βασικό ενεργειακό κέντρο της χώρας, ανέλαβε δυσανάλογο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό βάρος και η μετάβαση στη μεταλιγνιτική εποχή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή ενεργειακή αλλαγή, αλλά απαιτεί ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχεδιασμό, ισχυρούς πόρους και μετρήσιμα αποτελέσματα στην πραγματική οικονομία».

Στην επιστολή διευκρινίζεται ότι οι φορείς δεν τάσσονται κατά της πράσινης μετάβασης, αλλά αντιδρούν στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται, υποστηρίζοντας ότι «η σημερινή πολιτική οδηγεί σε οικονομική και κοινωνική αποδυνάμωση της περιοχής αντί για παραγωγική ανασυγκρότηση».

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην πορεία του Προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΠΔΑΜ). Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν, από τη συνολική δημόσια χρηματοδότηση ύψους 1,61 δισ. ευρώ, οι νομικές δεσμεύσεις φτάνουν το 45,1%, ενώ οι πραγματικές δαπάνες προς πιστοποίηση μόλις το 9,36%. Όπως υποστηρίζουν, η υλοποίηση του προγράμματος παραμένει σε πρώιμο στάδιο και δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστικά αναπτυξιακά αποτελέσματα.

Κάνουν λόγο για «στρέβλωση στη διάθεση των διαθέσιμων πόρων», σημειώνοντας ότι «σημαντικό μέρος τους κατευθύνεται σε δράσεις κατάρτισης, συμβουλευτικής και τεχνικής υποστήριξης, ενώ απουσιάζουν οι μεγάλες παραγωγικές και βιομηχανικές επενδύσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μόνιμες θέσεις εργασίας και να στηρίξουν τη νέα οικονομική ταυτότητα της περιοχής».

Τα Επιμελητήρια υπογραμμίζουν ότι κατά την περίοδο της απολιγνιτοποίησης η εικόνα της Δυτικής Μακεδονίας επιδεινώνεται «έχουμε μείωση πληθυσμού κατά 10,3% την περίοδο 2016-2025, υποχώρηση του εργατικού δυναμικού κατά 8,4%, ενώ η ανεργία παραμένει στο 15,3%, σχεδόν διπλάσια από τον εθνικό μέσο όρο». Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία της Περιφέρειας μειώθηκε κατά 21,8% μεταξύ 2015 και 2023, την ίδια στιγμή που  σε εθνικό επίπεδο καταγράφεται σημαντική αύξηση, ενώ και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εμφανίζει αρνητική μεταβολή, σε αντίθεση με την υπόλοιπη χώρα.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, οι τρεις επιστημονικοί φορείς θεωρούν αναγκαία την προσέλκυση μεγάλων βιομηχανικών, μεταποιητικών, τεχνολογικών και ερευνητικών επενδύσεων, οι οποίες θα λειτουργήσουν ως μοχλός ανάπτυξης και θα δημιουργήσουν νέες αλυσίδες αξίας για την τοπική οικονομία.

Στην επιστολή κατατίθεται δέσμη οκτώ προτάσεων προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς που ζητούν:

  • Αξιολόγηση της Δίκαιης Μετάβασης στη Δυτική Μακεδονία, με πλήρη αποτίμηση κοινωνικών, οικονομικών και δημογραφικών δεικτών, εστιάζοντας στον αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία και όχι μόνο στους ρυθμούς απορρόφησης των πόρων.
  • Σύνδεση των χρηματοδοτήσεων με μόνιμες, βιώσιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας, μέσω αναθεώρησης των κανόνων του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, ώστε κάθε επιδότηση να συνοδεύεται από δεσμεύσεις για σταθερή απασχόληση και συγκράτηση του πληθυσμού.
  • Θεσμοθέτηση Ευρωπαϊκής Ρήτρας Κοινωνικού και Δημογραφικού Αντικτύπου, με δεσμευτικούς δείκτες απόδοσης και δυνατότητα επιστροφής των πόρων (clawback) σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι.
  • Στοχευμένη ενίσχυση μεγάλων παραγωγικών επενδύσεων και διασύνδεση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με ειδικά φορολογικά και αναπτυξιακά κίνητρα για τη βιομηχανία, τη μεταποίηση και τις τεχνολογίες ενέργειας.
  • Έκτακτη χρηματοδότηση του πρωτογενούς τομέα και της αγροδιατροφής από πόρους της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, αξιοποιώντας τις αποκατεστημένες λιγνιτικές εκτάσεις για σύγχρονες αγροδιατροφικές υποδομές.
  • Υποχρεωτική τοπική ανταποδοτικότητα των μεγάλων επενδύσεων, ώστε όλες οι ενεργειακές και βιομηχανικές επενδύσεις να συνοδεύονται από δεσμευτική συμμετοχή της τοπικής οικονομίας και μετρήσιμο κοινωνικοοικονομικό όφελος.

Επίσης, ζητούν την μεταφορά στη Δυτική Μακεδονία των διοικητικών δομών που διαχειρίζονται το πρόγραμμα της μετάβασης, υποστηρίζοντας ότι «σημαντικό μέρος της σχετικής οικονομικής δραστηριότητας παραμένει συγκεντρωμένο στην Αττική».

Κλείνοντας την παρέμβασή τους, τα τρία Επιμελητήρια καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ελληνική Πολιτεία «να αναλάβουν τις ιστορικές τους ευθύνες πριν να είναι πολύ αργά για τον τόπο μας. Αν δεν υπάρξει τώρα, μια άμεση, αποφασιστική και καθολική ενεργοποίηση όλων των ευρωπαϊκών και εθνικών μηχανισμών, η καταστροφή του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού της περιοχής μας θα καταστεί μη αναστρέψιμη».