Επικοινωνία

Μπορείτε να στείλετε το κείμενο σας στο info@vetonews.gr & veto910@otenet.gr. Τηλ. 6947323650

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014 11:56

ΗΣοφία Ηλιάδου Τάχου μιλά για το έργο της Εικαστικού Κωσταντίνας Βαρελά

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΒΑΛΕΡΑ....

Η αναγωγή στην προϊστορία και την ιστορία της σχέσης ποίησης-ζωγραφικής οδηγεί στην επισήμανση ότι την κλασική περίοδο στην Δύση υφίσταται σαφής

διάκριση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την εικαστική έκφραση ενώ η πρακτική του να γράφονται ποιήματα σε ζωγραφικούς πίνακες ή σε ειδικό χαρτί συνδεδεμένο με τη ζωγραφική για αυτόν ακριβώς τον σκοπό είναι άγνωστη σχεδόν. Έτσι για παράδειγμα στο δυτικό συγκείμενο, θα ήταν αδιανόητο να απεικονίζεται μια ποιητική συλλογή Ρεμπώ μαζί με τους πίνακες του Ingres (Ζαν Ωγκύστ Ντομινίκ Ενγκρ (Jean-Auguste-Dominique Ingres, 29 Αυγούστου 1780 - 14 Ιανουαρίου 1867). Ακόμη και αν οι δύο άνδρες ζούσαν στον ίδιο αιώνα, οι μορφές και οι τρόποι έκφρασής τους είναι τόσο πολύ αποκλίνουσες ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια να συνδεθούν φαινόταν παράτολμη. Με τον ίδιο τρόπο ο Μιχαήλ Άγγελος υπήρξε εκτός από ζωγράφος και γλύπτης ένας καλός ποιητής, αλλά ούτε η κριτική ούτε η κοινή γνώμη της εποχής του θεωρούσαν τη ζωγραφική ή τη γλυπτική του ίση με το γράψιμό του. Ίσως μόνο ο William Blake που εξέδωσε την πρώτη του εικονογραφημένη συλλογή με τίτλο «τραγούδια της αθωότητας» το 1788, να μπορούσε να ανταποκριθεί στο παράδειγμα του ποιητή-ζωγράφου, ενός καλλιτέχνη τπου χρησιμοποιούσε παρόμοια θέματα και εικόνες στα ποιήματά του και στους πίνακές του και ενσωμάτωνε ποιήματα και ζωγραφική στα εικονογραφημένα βιβλία του. Αντίθετα στην Ανατολή, για παράδειγμα στην Κίνα ποίηση και ζωγραφική ήταν σχεδόν αδιαχώριστες και σχετιζόταν η μία με την άλλη με πολλούς τρόπους. Ο Κινέζος ποιητής και ζωγράφος μπορούσε να είναι το ίδιο πρόσωπο ενώ υπήρξαν συγγραφείς των οποίων οι ζωγραφικές ικανότητες εκτιμούνταν όσο και οι στίχοι τους.
Και ενώ στην Δύση φαινόταν εξαιρετικά δύσκολη η συσχέτιση ποίησης και εικόνας, η επέλαση του σουρεαλισμού μετέβαλε καθοριστικά το τοπίο. Το Σουρρεαλιστικό Μανιφέστο του Αντρέ Μπρετόν του έτους 1924 έφερε στην επιφάνεια τη φαντασία, την τρέλα, το ασυνείδητο και την παντοδυναμία του ονειρικού στοιχείου, δεδομένα που αποτέλεσαν τα προπύργια της υπερρεαλιστικής οπτικής. Παράλληλα ήρθε στο προσκήνιο ο Σίγκμουντ Φρόυντ, που ήταν ο πρώτος αναλυτής των ονείρων, αυτός που τα χρησιμοποίησε ως μέσο για την κατανόηση του ατόμου. Χάρις σε αυτόν η ποίηση προσέλαβε διαστάσεις αποδέσμευσης εικόνων από το ασυνείδητο , τον χώρο που παρήγε πολλές νοητικές διαδικασίες, όπως συναισθήματα, σκέψεις, αντιλήψεις, αντιδράσεις, συμπλέγματα, φοβίες και κρυφούς πόθους ή επιθυμίες. Η αποδέσμευση εικόνων από το ασυνείδητο με τη δυναμική της συνειρμικής αλληλουχίας μεταμόρφωσαν τον σουρεαλισμό σε κήρυκα της απαλλαγής του ανθρώπου από τον έλεγχο της λογικής και από κάθε επιταγή ηθικής τάξης, ενώ ο υπερρεαλιστικός αυτοματισμός μετασχηματίστηκε σε διαδικασία γραφής ή σχεδίασης κατά την οποία ο δημιουργός λειτουργούσε αυθόρμητα, προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο το ασυνείδητο, χωρίς κανένα στοιχείο αυτολογοκρισίας ή ηθικού και αισθητικού περιορισμού. Έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την παραγωγή παράλογων και φανταστικών εικόνων που δεν είχαν λογική σύνδεση μεταξύ τους.
Μετά την σουρεαλιστική παρέμβαση η σχέση ανάμεσα στην ποίηση και την εικόνα αποκαταστάθηκαν στη Δύση την περίοδο της νεωτερικότητας αλλά και την περίοδο του μεταμοντερνισμού. Επομένως στις μέρες μας όλο και πληθαίνουν οι μεταφερμένες τεχνικές από την Ανατολή με τα τα 3στιχα χαϊκού στα οποία γίνεται η προσπάθεια συλληφθεί η στιγμή και να διατηρηθεί στην αιωνιότητα και τα οποία αποτελούν πηγή έμπνευσης για εικαστικές εκθέσεις. Όλο και συχνότερα και καθώς οι λέξεις δεν είναι πια αρκετές για να περιγάψουν την ολότητα μιας στιγμιαίας εμπειρίας, ο ποιητής περιγράφει αχνά μια ιδέα και αφήνει τον αναγνώστη να τη συμπληρώσει. (Χρίστος Σιψής, Ποίηση και ζωγραφική). Το πέρασμα από τη ζωγραφική στην ποίηση και από την ποίηση στη ζωγραφική γίνεται πια της μόδας. Κάποιες φορές το ποίημα είναι το έργο ενός ποιητή που το είχε συνθέσει νωρίτερα, αλλά συχνά είναι ένα πρωτότυπο ποίημα που συντίθεται από τον ίδιο τον καλλιτέχνη-ζωγράφο. Συχνά, το ποίημα περιλαμβάνει εικόνες που δεν εμφανίζονται στη ζωγραφική, έτσι ώστε η φυσική ομορφιά της εικόνας να ενισχύεται από την κομψότητα της καλλιγραφίας με την οποία είναι γραμμένο το ποίημα, ενώ ο φανταστικός κόσμος που μορφοποίησε αισθητικά η ζωγραφική να επεκτείνεται χάρις στο φαντασιακό σκηνικό του ποιήματος. Κατά συνέπεια ο εμπλουτισμός της εικόνας με τον λόγο, επηρεάζει τον θεατή σε ένα λεπτότερο επίπεδο, και τον βοηθά να εμβαθύνει την εμπειρία. Συχνό είναι ακόμα το αντίθετο φαινόμενο, δηλαδή, μια ζωγράφος να εμπνέεται από ένα ποίημα για να ζωγραφίσει.
Η ιδιαιτερότητα της «ιχνηλάτισσας» Βαλερά έγκειται στο γεγονός ότι η καλλιτεχνική της παρουσία είναι δισυπόστατη:
Εκκινεί από την ποίηση και αποδεσμεύει με βάση την αυτόματη γραφή του σουρεαλισμού το εικαστικό υλικό που συνοδεύει την ποίησή της, το οποίο ωστόσο δεν έχει πάντα οργανική σύνδεση με αυτή, δεν λειτουργεί πάντα παραπληρωματικά και δεν παράγει έναν κώδικα ερμηνείας του ποήματος που καταθέτει. Έχω την αίσθηση πως το εικαστικό υλικό που συνοδεύει την ποιητική της φόρμα είναι η ίδια η αποδέσμευση από το υποσυνείδητό της η οποία εικονογραφείται ή εικονοποιείται, αδιάφορο. Υπάρχει ανεξάρτητα από τον κόσμο των ιδεών, ανεξάρτητα από την όποια νοητική αλληλουχία μπορεί να παράξει ο νους της. Και έχει τη δυναμική του ονειρικού παραληρήματος. Αυτή ακριβώς είναι η δύναμή του: όχι η απεικόνιση της ιδέας του ποιήματος αλλά μια φροϋδική αποδέσμευση καταπιεσμένων χώρων του υποσυνείδητου που δεν υποτάσσονται στη λογική αλληλουχία της ποιητικής της. Και είναι γιαυτό αυθυπόστατα.
Έτσι για παράδειγμα στην Παραπλάνηση η εικόνα μιας πορτοκαλιάς σκηνής που αιωρείται πάνω από ένα μαύρο φόντο σκοτεινών άμορφων μαζών υποβάλλει από μόνη της ένα σκοτεινό σύνδρομο που πάει πέρα από την παραπλάνηση και τη σημειολογία του τίτλου, αποκτά διαστάσεις συνειδητού τρόμου που αναδύεται ακέραιος σε ένα αρνητικά φορτισμένο σύμπαν, διαψεύδοντας την όποια συνανάγνωση με την ποιητική γραφή που στέκεται στην διάψευση. Το ίδιο και στο Σαν ελέυθερος όπου ενώ το ποίημα εμμένει στο φορτίο του παρελθόντος η εικόνα τολμηρή αναπνέει στο σουρεαλιστικό της σύμπαν αναδύοντας τουλάχιστον την γένεση του καινούργιου μέσα από το παλιό, απαλλαγμένη από εγκεφαλικές δεοντολογικές προσεγγίσεις, καθαρμένη και φροϋδική. Με όμοιο τρόπο και στο ποίημα Δέσμιος η εικόνα με τα ανδρόμορφα σύμβολά της και τον έντονο χρωματισμό αναδύεται πέρα από το αίτημα μιας καλβικών καταβολών ανάγκης για φρόνημα, ή αρετή και τόλμη σε κάτι που φαντάζει αισιόδοξο μελλοντολογικά. Και στο ποίημα Ισορροπίαη συμβουλή της ακινησίας και της μη συμμετοχής στο πάθος ή τον πόθο που είναι παορούσα στην ποιητική γραφή δεν αποτυπώνεται στην εικονοποίηση η οποία την ξεπερνά κατά πολύ δημιουργώντας ένα πολύμορφο και με πολλές οπτικές σύμπαν. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις που η εικόνα αποτελεί πραγματικά ειακστική παρέμβαση/σχολιασμό της ποιητικής γραφής. Για παράδειγμα στο ποίημα Εν αναμονή η ειακστική σύνθεση συνδέεται συνειρμικά με την βασική ιδέα του ποιήματος που είναι η έννοια του αδιεξόδου, έστω συνειρμικά, έστω έμμεσα. Και υποστηρίζει τη σημειολογία του. Μόνο στο ποίημα Ήρθες η εικαστική σύνθεση εμφανίζεται υπέρμετρα εγκεφαλική ανίκανη να αποτυπώσει έστω τους χυμούς του ποιήματος, εκείνους της αναζήτησης Πραγματικά η ποιήτρια/ζωγράφος αντιστέκεται στην πιστή, ρεαλιστική περιγραφή, δίνοντας προβάδισμα σε μια ελεύθερη έκφραση με τη δυναμική της αυτόματης γραφής, ειδωμένης στην εικαστική εκφορά της. Γιαυτό η εικαστική της δημιουργία έχει βάθος και ποιητική ενόραση.
Αντίθετα το ποίημα που αποτελεί και το πρωταρχικό υλικό, αυτό δηλαδή που η Βαλερά παράγει πρώτο, δεν είναι φτιαγμένο με υπερεαλιστικά υλικά. Με κριτήριο τις ιδέες που εκφράζει η Βαλερά μπορούμε να πούμε πως η ποιητική της έχει πλατωνικές καταβολές. Συγκεκριμένα , οι ιδέες στο έργο της Βαλερά έχουν στενή σχέση με την πλατωνική φιλοσοφία επειδή η ίδια μοιάζει να αναζητά πρότυπα μίμησης στην ψυχή. Μια και ο Πλάτωνας όριζε τη διάκριση μεταξύ της αναπαράστασης και της οπτικοποίησης, δηλώνοντας ως αρνητική την προσφυγή του καλλιτέχνη στην εξωτερική πραγματικότητα για να ναζητηθούν πρότυπα μίμησης, και ανοίγοντας τον δρόμο για την αναζήτηση προτύπων στην ψυχή, όπου φιλοξενούνταν το αληθινό πρότυπο, δεν μπορούμε παρά να εντοπίσουμε ανάλογες αναζητήσεις στην γραφή της Βαλερά:
« Δειλία. Απαρέγκλιτη στη νήψη, αίρομαι στο κάλεσμα. Διψώ για αέναη διαύγεια, προβαίνοντας στην Πλάση του Αιωνίου, μα ο επαίτης..φθόνησε»
Επειδή κατά τον Πλάτωνα ο συγκροτημένος ζωγράφος είναι ένας μεταφυσικός, ο οποίος αφορμάται από την υλική πραγματικότητα των αντικειμένων για να θέσει το ερώτημα «τι πραγματικά υπάρχει», μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αυτή την αγωνία για την πραγματικότητα πίσω από το φαίνεσθαι εκφράζει συνεχώς η ποίηση της Βαλερά.
«Μύηση. Διαβαίνεις της αβύσσου τα μονοπάτια κει που προβάλλεται το έργο, το επίπλαστα ορθό. Και εσύ ως πρωταγωνιστής του ίδιου σου του ιδανικού κομπάρσους επιλέγεις και το σενάριο γράφεις. Άμωμοι στο σύνολό τους, φτιασιδωμένοι στα καθήκοντά τους, μύστες στους ρόλους τους. Και συ να χάνεις το δικό σου»
Ακόμα πλατωνικές είναι οι καταβολές της ποίησής της και στη θεώρηση του νοητού και του ορατού. Συγκεκριμένα στο 6ο βιβλίο της Πολιτείας ο Πλάτωνας προχωρά στη διάκριση του τόπου του νοητού από εκείνον του ορατού. Ο κατά Πλάτωνα Σωκράτης προχωρά στην κατηγοριοποίηση των εικόνων, με κριτήριο τον επιστημολογικό τους χαρακτήρα. Στο τόπο του ορατού αντιστοιχούν οι "σκιές" και τα "είδωλα",ενώ στο τόπο του νοητού οι καθαρές "εικόνες", που βασίζονται σε ιδεατά αντικείμενα. Οι πρώτες είναι εκείνες που καταλαμβάνουν το χώρο της εικασίας και δεν επιτρέπουν την πρόσβαση στο τι είναι αληθινό, ενώ οι εικόνες ή τα σχήματα που αναφέρονται στο χώρο της νόησης μακροπρόθεσμα, επιτρέπουν την αναγνώριση της αλήθειας.
Τα σχήματα της εικονοποιϊας της Βαλερά είναι προϊόντα της νόησης και αποπειρώνται να φτάσουν στην αλήθεια.
«Εξαγνισμός. Γαλήνη είπαν τον προορισμό εκεί στον Μεγάλο Κεντρικό Ήλιο, μακριά από την διττότητα του θνητού που αφυπνίστηκε στα μυστήρια του λαβύρινθου και γαλήνη.. Επήλθε»
Αυτή η φιλοσοφική διάσταση της ποίησής της όμως όμως την απομακρύνει από την σουρεαλιστική αυτόματη γραφή, την καθιστά νοησιαρχική και εγκεφαλική και αποτρέπει την δυναμική της εικονογραφικής αποτύπωσης. Έτσι αυτή πορεύεται έξω από την υπερρεαλιστική εικονοποιία, σε κλειστές φόρμες που εντάσσουν μια ιδέα ως πλάισιο και άξονα μαζί.
Εκείνο που απαλλάσσει όμως την ποίησή της από το βάρος της εγκεφαλικής σύλληψης και της νοησιαρχίας είναι η υπαγωγή της σε κλειστή και πειθαρχημένη φόρμα και η μορφοποίηση της «με τον τρόπο της Κικής Δημουλά», μορφοποίηση που ξεφεύγει από την υποταγή ή την μίμηση. Παρακολουθώντας την Δημουλά, η Βαλερά μετουσιώνει τις μνήμες της ή τις αισθήσεις της , σε συστοιχίες εικόνων. Αυτών που ζωγραφίζει έπειτα δίπλα.
Η γλώσσα της ποίησής της είναι καθημερινή, αποφορτισμένη από κάθε συναισθηματισμό, επιβάλλεται με την αμεσότητα, τη λιτότητα και την ουσιαστικότητά της.
Καταγγέλλει διαψεύσεις
« Αγάπη μου είπαν, αυτό να είσαι. Και αδαής προς το σύμβολο ως επιπόλαιος πολεμιστής υποτάθηκα και σε μάχη βρέθηκα. Αγάπη μου είπαν» ή «Όνειρο απατηλό. Αδημονούσες για την αποδοχή. Μα αυτή ατονεί.. γλιστερό όνειρο..»
Ή ξύνει πληγές
« Ο αφυπνιστής. Εισέβαλες για να με οδηγήσεις στις πληγές μου που σε λήθαργο βρίσκονταν.. απατηλά κοιμισμένες, ενώ το σώμα δεν αιμορραγούσε και σε είπα εχθρό μου..»
Ή επαναλαμβάνεται
«Επιθυμίες. Το πεπρωμένο σου δρομολόγησες, τακτά με την πένα σου σημείωνες το επακόλουθο.. Το πεπρωμένο σου δρομολόγησες»
Ο στίχος είναι γοργός και αιχμηρός,
«Ήρθες. ..διχογνωμώ για την αυγή, το αντιφέγγισμά σου ομοίωμα..»
Ο τόνος γίνεται ειρωνικός με τη χρήση λέξεων της καθαρεύουσας, με την χρήση βαρύγδουπων εκφράσεων που τονίζουν την τραγικότητα του προσωπικού χώρου και την δραματικότητα του συλλογικού χρόνου. Σε αυτή την διάσταση η ανάγνωση της Δημουλά είναι εύληπτη:
Δημουλά:«Διατίθεται ἀπόγνωσις εἰς ἀρίστην κατάστασιν καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.»
Βαλερά «Ο ευάλωτος. Την οίηση βούλεσαι αφίχθη και έλαβε χώρα αυτό το αναιδε΄στατο όρνεο..»

Ενώ οι περισσότεροι ποιητές, όταν πάνε να ασχοληθούν με το αφηρημένο συντρίβονται, η Βαλερά μπορεί και κάνει φιλοσοφική ποίηση.
Σε τελευταία ανάλυση τα ολιγόστιχα ποιήματά της είναι ένα αντίδοτο στην παθητικότητα της κατανάλωσης λέξεων.
«Νοσταλγία. Αθροίζω τις στάλες της αβύσσου, ακροάζομαι την πνοή της..»
Μια δυνατότητα προσφερόμενη στον καθένα όχι να την επικυρώσει μόνο ως αναγνώστης αλλά και για να απαντήσει ίσως με τον τρόπο του σ΄ αυτήν.

Είναι σαφές ότι έτσι ανοίγει ένας δρόμος προς την ποιητική απόλαυση γενικά και προς τη συνειδητοποίηση της σχέσης των λέξεων με τις εικόνες, της σχέσης του έλλογου υποκειμένου με το άλογο στοιχείο μέσα μας. Το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό.
«Εν αναμονή. Ατέρμονος ο πόλεμος αυτός με τον μεγάλο κριτή..»
Μια στην ουσία της βαθιά αντίφαση πλατωνικών προδιαγραφών, πλατωνικών εκφάνσεων. Με τον αιχμηρό τρόπο της Δημουλά να ακούγεται δυνατά μέσα από τις γραμμές των στίχων της Βαλερά. Μέσα από ανάλογες ποιητικές φόρμες. Με προέκταση την σουρεαλιστική συνειρμική αποδέσμευση των εικόνων του ασυνείδητου και τη μετουσίωσή τους σε ζωγραφική τέχνη.

Η νοσταλγία της ακούγεται όπως το Έρεβος της Δημουλά:
Δημουλά: «EΡΕΒΟΣ
Σκύβοντας πάνω
ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.
Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους
θὰ κλαίει.
Βαλερά: Νοσταλγία
Αθροίζω τις στάλες της αβύσσου
Ακροάζομαι την πνοή της αρμενίζοντας εκεί στο ύστατο όριο να διαβώ το τελευταίο σκαλοπάτι. Συλλογιέμαι..μα ποιος πρώτος μπόρεσε..

Όλη η ποίησή της, όλη η εικονογραφία της ένα πείραμα πρωτοποριακό την ωρίμανση του οποίου αναμένουμε με αγωνία.