Επικοινωνία

Μπορείτε να στείλετε το κείμενο σας στο info@vetonews.gr & veto910@otenet.gr. Τηλ. 6947323650

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015 21:03

Welcome in Greece. Μπορεί να πετύχει το νέο πρόγραμμα; | του Γιάννη Τζιουρά

«[...] Why it would be better to invest to another country in Eurozone and not in Greece?», διερωτάται ο Πρωθυπουργός θέτοντας ένα υποθετικό ερώτημα σε υποψήφιους επενδυτές. Λίγα δευτερόλεπτα πριν βέβαια,

έλεγε πως «Sometimes (the investor) has to pay under the table in order to win the bureaucracy of the State in order to try to survive in this difficult situation with the delays in the Justice [...]», κάνοντας τον Αμερικανό πρώην Πρόεδρο να προσπαθεί να αλλάξει τη συζήτηση για να μην εκτεθεί ο συνομιλητής του περισσότερο.

Χθες ήταν η δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν όταν ο κ. Παπανδρέου μίλησε στον κ. Γιούνκερ για διεφθαρμένη χώρα) στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία που ένας Πρωθυπουργός παραδέχθηκε ενώπιον του διεθνούς επενδυτικού (και όχι μόνο) κοινού πως η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι διεφθαρμένη. Ήταν όμως η πρώτη φορά που ένας Πρωθυπουργός άθελά του αποκάλυψε διεθνώς πως δεν ξέρει που πρέπει να οδηγήσει αυτή τη χώρα με τη διεφθαρμένη δημόσια διοίκηση. Παρόλα αυτά, του το «εκμαίευσε» με εύγλωττο τρόπο ο συνομιλητής του, όπως κάνει μια καλή δασκάλα στον μαθητή που θέλει να ενθαρρύνει και ο οποίος μαθητής προσπαθεί να θυμηθεί τι διάβασε. Ευχαριστούμε λοιπόν ξανά (ιδιωτικά αυτή τη φορά κι όχι δημόσια) τον B. Clinton που είπε πως όταν γίνουν αυτά που λέμε θα είναι ο πρώτος που θα μας δώσει υπογράψει μια επιταγή.

Σε έναν υπέροχο διάλογο με τον πρώην Αμερικανό Πρόεδρο, ο Πρωθυπουργός στα πλαίσια του Clinton Global Initiative, προσπάθησε να πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Με πολύ ευγενικό τρόπο ο πρώην Πρόεδρος, έχοντας τους δικούς του προσωπικούς λόγους (βλέπε Hillary for America και το ρόλο του ελληνοαμερικανικού lobby στις εκλογές του 2016), προσπαθούσε να αναδιατυπώσει τα συμφραζόμενα του Πρωθυπουργού και να δημιουργήσει μια θετική εικόνα για την Ελλάδα. Με δυσκολία όμως. Γιατί ό,τι ο πρώην Πρόεδρος έχτιζε, ο Πρωθυπουργός λίγο αργότερα «άθελά» του το γκρέμιζε. Το ζήτημα είναι πως η διεθνής κοινότητα «πήρε το μήνυμά» της: Από τη μια ζητούμε διαγραφή χρέους στο πλάι των αναπτυσσομένων στα Ηνωμένα Έθνη, ενώ από την άλλη ζητούμε επενδύσεις δίχως ακόμη να έχουμε χαράξει μια επενδυτική στρατηγική αφενός, αλλά και δίχως να έχουμε θεσπίσει ένα πλαίσιο προστασίας των επενδύσεων αφετέρου. Όσο για το «φιλοεπενδυτικό» κλίμα που επιθυμούμε να διαμορφωθεί, περιοριζόμαστε στο «business as usual αλά ελληνικά».

Το νέο πρόγραμμα, πράγμα που αγνοούν πολλοί στην Κυβέρνηση, και ειδικά οι κυβερνητικοί βουλευτές (το διαπίστωσα με λύπη σε ένα διάλογο που είχα με κάποιον απ' αυτούς, ο οποίος υπέγραψε το Μνημόνιο και εκλέγεται για δεύτερη φορά, σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό το βράδυ των εκλογών), είναι διαφορετικό στη «λογική» αναφορικά με τη μέθοδο χρηματοδότησης σε σχέση με τα δύο προηγούμενα. Αν και πολλά πράγματα τα έχω αναφέρει ήδη σε πρόσφατα άρθρα μου και ομιλίες, θα επισημάνω ξανά πως η καρδιά του νέου προγράμματος είναι το Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων.

Το Ταμείο αυτό καλείται να διαδραματίσει το ρόλο του επενδυτικού οχήματος για την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας ύψους τουλάχιστον 50 δις € για τα πρώτα 3 με 5 χρόνια maximum. Και μάλιστα σε συγκεκριμένες προθεσμίες εφόσον θέλουμε να αποφύγουμε περαιτέρω περικοπές σε συντάξεις και μισθούς ή... ένα δυσάρεστο κούρεμα καταθέσεων. Εάν κάτι τέτοιο δεν συμβεί, δηλαδή μια μαζική ιδιωτικοποίηση και σε σύντομο χρονικό διάστημα, το πρόγραμμα απλά αποτυγχάνει εντελώς και οι όποιες συνέπειες ακολουθήσουν θα είναι ολέθριες. Είναι άλλο ζήτημα η υιοθέτηση των συμφωνηθέντων μέτρων, άλλο ζήτημα η επιτυχής εφαρμογή τους, άλλο ζήτημα η αξιοποίηση του περιθωρίου που υπάρχει εκτός του Μνημονίου αναφορικά με περαιτέρω μεταρρυθμίσεις και άλλο ζήτημα η μέθοδος χρηματοδότησης του προγράμματος. Άσχετα αν το Ταμείο έχει διάρκεια 5 ή 50 χρόνια (κάτι που μπερδεύουν οι νέοι και αμύητοι στο αντικείμενο των ιδιωτικοποιήσεων βουλευτές), ο στόχος των ιδιωτικοποιήσεων που πρέπει να επιτευχθεί μέσα στην επόμενη πενταετία είναι της τάξεως των 50 δις € τουλάχιστον! Αν αυτό δεν μπορούν να το αντιληφθούν κάποιοι, επειδή προφανώς δεν τους το έχουν εξηγήσει σωστά τούτο δε σημαίνει πως δεν θα πρέπει τα πράγματα να κυλήσουν όπως επιβάλλεται, όπως υπογράψαμε και όπως θα εξειδικευθεί το επόμενο διάστημα με τη θέσπιση των διατάξεων για το νέο Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων.

Το ρόλο του Ταμείου και των ιδιωτικοποιήσεων λοιπόν αδυνατούν να κατανοήσουν στην κυβέρνηση για δύο λόγους: Ο ένας είναι η άγνοια για το πώς λειτουργεί η διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων διεθνώς (privatization), παρότι υπάρχει «προηγούμενο» για το οποίο θα αναφερθώ παρακάτω, ενώ ο δεύτερος είναι η άρνηση. Η άρνηση να αποδεχθεί η κυβέρνηση πως η μόνη δυνατότητα διεξόδου της χώρας από την ύφεση και το Μνημόνιο είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις (και συγκεκριμένα οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις) στο πλαίσιο των ιδιωτικοποιήσεων του Ταμείου αλλά και πέραν αυτού.

Ας πάρουμε τα πράγματα εν συντομία με τη σειρά, ενώ θα δούμε στη συνέχεια πως το ένα είναι συνάρτηση του άλλου. Το «προηγούμενο» στο οποίο αναφέρθηκα μόλις έχει να κάνει με το γεγονός πως η μέθοδος ιδιωτικοποιήσεων αυτή που θα εφαρμοστεί στη χώρα μας, εφαρμόστηκε με επιτυχία κατά το παρελθόν στην Ανατολική Γερμανία, και μάλιστα ήταν εμπνεύσεως του νυν Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, του κ. Schauble, όταν τότε κατείχε το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Εσωτερικών. Κατά την επανένωση των δύο Γερμανιών, προέκυψε το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης των κρατικών εταιριών της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Τότε ο Καγκελάριος Kohl ζήτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών, W. Schauble, να αναλάβει την εκπόνηση μιας μελέτης για τις ιδιωτικοποιήσεις. Από τη μελέτη αυτή προέκυψε ένα Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (μια εταιρία με όνομα Treuhandanstalt) το οποίο με επιτυχία συνέβαλε στην ιδιωτικοποίηση κρατικών εταιριών, γαιών, υποδομών, δικτύων κτλ. της Ανατολικής Γερμανίας, προκειμένου να επιτευχθεί η επιτυχία του εγχειρήματος της ενσωμάτωσης των δύο κρατιδίων. Όσοι τοπικοί βουλευτές ψήφισαν το Μνημόνιο και επιθυμούν να μάθουν πέντε πράγματα χωρίς να εκτίθενται δημοσίως- αλλά και για τους νέους που θα κληθούν να ψηφίσουν τα εφαρμοστικά μέτρα και να υλοποιήσουν τις επιταγές του Μνημονίου- ας ρίξουν για αρχή μια ματιά μεταξύ άλλων στο πολύ ωραίο βιβλίο του P. Dininio, "The Political Economy of East Germany: Privatizations" και ας μελετήσουν τη σχετική Συμφωνία του 1990 μεταξύ των δύο Γερμανιών καθώς και το αναπόσπαστο κομμάτι αυτής αναφορικά με το νόμο για τις ιδιωτικοποιήσεις (Treuhandgesetz) και το ανωτέρω αναφερόμενο Ταμείο.

Η Treuhandanstalt πέτυχε τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις περίπου 8.500 κρατικών εταιριών και επιχειρήσεων σε διάστημα τεσσάρων ετών κατορθώνοντας να μαζέψει το ποσό των 270 δις Γερμανικών Μάρκων εποχής (1994). Τίποτε δεν ήταν εύκολο, όμως πέτυχε το Ταμείο και συνεπώς υπάρχει προηγούμενο. Εργάτες στους δρόμους, δολοφονία του διευθύνοντα συμβούλου ένα χρόνο μετά την ανάληψη καθηκόντων, αντιδράσεις από συνδικάτα, κτλ.. Όμως το εγχείρημα πέτυχε.

Στο Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων που καλούμαστε να ιδρύσουμε και να λειτουργήσουμε δεν μπορούμε δυστυχώς να υπαγάγουμε όλα τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία και να τα ιδιωτικοποιήσουμε χαρούμενοι. Αυτά θα πρέπει να έχουν επενδυτικό (εμπορικό) ενδιαφέρον το οποίο και αξιολογείται στην τελική φάση από τον διευθύνοντα σύμβουλο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), τον κ. Regling, ο οποίος έχει την εξουσία να μην αποδεχθεί κάποιο περιουσιακό στοιχείο εφόσον δεν πληροί τα κριτήρια. Ας πούμε όμως πως μπορούμε να ιδιωτικοποιήσουμε ό,τι θέλουμε. Ποιος θα τα αγοράσει; Εννοώ.. ακόμη και να υπάρχουν τα διαθέσιμα κεφάλαια στο εξωτερικό και να δίνουμε φιλέτα έναντι πινακίου φακής, πρέπει να διασφαλιστεί στον υποψήφιο επενδυτή (από πριν) η επένδυσή του. Δηλαδή να του διασφαλιστεί με αυξημένες εγγυήσεις από το Ελληνικό δημόσιο πως η επένδυσή του δεν θα κινδυνεύει από πολιτικούς κινδύνους, όπως θα ήταν για παράδειγμα μια εξαναγκαστική έξοδος από την Ευρωζώνη κατά την οποία τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία θα έχει επενδύσει θα χάσουν το ήμισυ της αρχικής τους αξίας.

Κατά συνέπεια όταν αναφέρεται ο Πρωθυπουργός πως «θα» πατάξει τη διαφθορά, πως «θα» υιοθετήσει ένα διαφορετικό φορολογικό σύστημα, πως ενίοτε «οι επενδυτές αναγκάζονται να δώσουν χρήματα κάτω από το τραπέζι για να αντιμετωπίσουν τη γραφειοκρατία και την καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης», το μόνο που κάνει είναι να αποθαρρύνει τουλάχιστον, οποιονδήποτε επενδυτή. Πως θα βρει ισοδύναμα για την θέσπιση ενός ανταγωνιστικού φορολογικού συστήματος στις επιχειρήσεις; Τα «Investors are welcome in Greece» που ανέφερε δεν βρίσκουν πρόθυμο επενδυτικό κοινό. Παρόλα αυτά ο κ Clinton παρότρυνε για αλλαγές διότι η απραγία λειτουργεί εις βάρος μας. Υπάρχει λοιπόν χρόνος μέχρι να στρώσουν τα πράγματα και να προσελκύσουμε επενδυτές; Η απάντηση είναι πως μάλλον όχι. Το επτάμηνο που χάθηκε αλλά και η απουσία σήμερα μιας επενδυτικής στρατηγικής (η οποία διαφάνηκε κατά το διάλογο Clinton- Τσίπρα, ειδικά όταν ο πρώτος ρώτησε αν υπάρχει νόμος στην Ελλάδα που να επιβάλλει κάποιους να επενδύσουν και με ασφάλεια να ανακτήσουν πίσω τα επενδεδυμένα κεφάλαια αλλά και όταν ρώτησε τον κ. Τσίπρα αν σκοπεύει να δώσει ώθηση στις πράσινες επενδύσεις και ο οποίος μάλλον δεν κατανόησε την ερώτηση όπως φαίνεται από το βίντεο) είναι από μόνες τους ικανές να θέσουν το πρόγραμμα εκτός στόχων. Πάντως, κι επειδή οι επενδυτές πληροφορούνται καλύτερα για το περιεχόμενο του Μνημονίου από τους βουλευτές μας αλλά και για το πολιτικό μας σύστημα, γνωρίζουν πως μια κυβέρνηση με μια οριακή για τα δεδομένα της εποχής πλειοψηφία δεν συμβάλλει στην απομείωση των πολιτικών κινδύνων ώστε να αναλάβουν με σιγουριά μια επένδυση. Όσο λοιπόν και να τους καλούμε... αν δεν θεσπιστεί ένα πλαίσιο εγγυήσεων των επενδύσεων, εάν δεν έχουμε ένα ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα σε σχέση με άλλες ομοειδής οικονομίες (εννοώ εκείνες που επιθυμούμε να ανταγωνιστούμε), εάν δεν απομειώσουμε τους πολιτικούς κινδύνους (οριακές πλειοψηφίες που μπορεί να οδηγήσουν σε αλλαγή κυβέρνησης ή κάθε λίγο προσφυγή στις κάλπες για εσωκομματικούς λόγους), εάν δεν χαράξουμε μια αναπτυξιακή στρατηγική βασισμένη στις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, κι όλα αυτά αν δεν γίνουν άμεσα τους επόμενους 2-3 μήνες, το πρόγραμμα θα αποτύχει.

Η εφαρμογή του Μνημονίου δεν διασφαλίζει την επιτυχία του προγράμματος. Απαιτούνται έξτρα προσπάθειες που θα προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις. Στο πλαίσιο αυτό και μόνο, έχουν σημασία και μπορούν να επιτευχθούν οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις που απαιτούνται από τη λειτουργία του Ταμείου προκειμένου να συγχρηματοδοτηθεί το πρόγραμμα που υπογράψαμε. Άλλος τρόπος εξόδου στις αγορές ομολόγων και απεμπλοκής από το Μνημόνιο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο άλλος δρόμος είναι εκείνος του κ. Λαφαζάνη και των ομοϊδεατών του που όλοι μας υποψιαζόμαστε πως μπορεί να είναι. Έχουμε βιώματα ή παραδείγματα από την ιστορία.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015 21:11