Επικοινωνία

Μπορείτε να στείλετε το κείμενο σας στο info@vetonews.gr & veto910@otenet.gr. Τηλ. 6947323650

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2020 09:01

ΑΠΟΛΙΓΝΙΤΟΠΟΙΗΣΗ (2023-28) - ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΑΤΕΣΗΜΕΝΩΝ ΕΔΑΦΩΝ ΤΩΝ ΛΙΓΝΙΤΩΡΥΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΛΚΔΜ/ΔΕΗ ΑΕ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑÏΚΩΝ (Φ/Β) ΠΑΡΚΩΝ | του Χρήστου Παπαγεωργίου*

Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα διακινούνται από ορισμένους κύκλους απόψεις περί μη γονιμότητας των τελικών επιφανειών των αποκατεστημένων εδαφών των λιγνιτωρυχείων της ΔΕΗ ΑΕ στην περιοχή Πτολ/δας – Αμυνταίου,

με προφανή σκοπιμότητα  να αιτιολογηθεί η επιχειρούμενη εγκατάσταση μεγαφωτοβολταïκών (ΜΦ/Β) πάρκων ισχύος 1000 έως και 2000 MW στα αποκατεστημένα εδάφη. Όμως, στις εκτάσεις αυτές, στην  εγκεκριμένη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) με την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ/ΥΠΕΚΑ, 9-11-2011, Αρ. Πρ. οικ. 133314/2929) , η οποία ισχύει μέχρι 9-11-2021, προβλέπεται αποκατάσταση από τη ΔΕΗ ΑΕ και ανάπτυξη γεωργικών κυρίως δραστηριοτήτων, δεδομένου ότι πρόκειται  για γόνιμες εκτάσεις. Τούτο έχει αποδειχθεί διαχρονικά, τόσο με την ταχύτατη ανάπτυξη αυτοφυούς βλάστησης, όσο και κυρίως από τις πολυετείς συστηματικές και ποικιλόμορφες πειραματικές καλλιέργειες από τη ΔΕΗ ΑΕ σε συνεργασία με τους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς, γνωστό άλλωστε όχι μόνο στους εργαζόμενους στα λιγνιτωρυχεία αλλά και στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω ΜΠΕ, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι τα εδάφη αυτά είναι γόνιμα ακόμη και στην περίπτωση μη χρήσης φυτικής γης, όπως προκύπτει από το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα: «…..6.3.2.3.6. ∆υνατότητα υποκατάστασης της φυτικής γης µε άλλα υλικά που συνεξορύσσονται µε το λιγνίτη.                                                                                                                                                         

Σύµφωνα µε τα όσα αναφέρθηκαν σε προηγούµενη παράγραφο, η φυτική γη διαστρώνεται σε στρώµα πάχους 30 cm στο 50% των τελικών επιφανειών των αποθέσεων, που προορίζονται για αγροτική χρήση. ∆εδοµένου ότι η τελική επιφάνεια που προκύπτει για αποκατάσταση είναι µια πτυχωτή καµπύλη επιφάνεια κατά πολύ µεγαλύτερη από τις σχετικά επίπεδες επιφάνειες προέλευσης της φυτικής γης, δεν είναι δυνατή η διάστρωση της φυτικής γης σε όλες τις προς αποκατάσταση επιφάνειες των Ορυχείων Πτολεµαΐδας.                                                                              

 Στο πλαίσιο αυτό για την προετοιµασία των προς αποκατάσταση επιφανειών αξιοποιούνται τα λιγνιτικά ενδιάµεσα, που εξορύσσονται ως άγονα καθώς προέρχονται από την εξόρυξη επάλληλων στρώσεων πτωχού λιγνίτη χαµηλής θερµογόνου ισχύος (<800 Kcal/kg) και στείρων µη οργανικών υλικών. Τα υλικά αυτά σύµφωνα µε εργαστηριακές αναλύσεις υποστηρίζουν τη γρήγορη ανάπτυξη της βλάστησης ισάξια µε τη φυτική γη. Η ύπαρξη τέτοιων υλικών σε τελικές επιφάνειες, σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα των µελετών, έχει αποδεδειγµένα οδηγήσει σε στρεµµατικές αποδόσεις της τάξης των 300 kg/στρ. για το σκληρό σιτάρι, οι οποίες, συγκριτικά µε αυτές άλλων επιφανειών στην ευρύτερη περιοχή είναι περίπου διπλάσιες. Αξίζει µάλιστα να αναφερθεί ότι κατά το παρελθόν έχουν διεξαχθεί προκαταρκτικές µελέτες για την εκµετάλλευση αυτών των στρώσεων, και ειδικότερα αυτών που χαρακτηρίζονται ως «λεοναρδίτης» (υποκατηγορία των λιγνιτών), µε την παραγωγή εδαφοβελτιωτικών και οργανοχουµικών λιπασµάτων.                                                                                                                                  

Από την αξιολόγηση των µέχρι τώρα αποτελεσµάτων για την περίοδο 1997-2001 φαίνεται, ότι η παραγωγικότητα των αποκαταστηµένων αγόνων κυµαίνεται στα ίδια επίπεδα µε την παραγωγικότητα της ευρύτερης περιοχής και σε ορισµένες περιπτώσεις είναι περαιτέρω βελτιωµένη.                                                                                                                                                                           

 Η αξιοποίηση των αγόνων υλικών που συνεξορύσσονται µε το λιγνίτη και είναι σε θέση να βελτιώσουν την γονιµότητα των αποκατεστηµένων εδαφών αποτελεί λύση που υποστηρίζεται από την νοµοθεσία των ΗΠΑ, ειδικά στις περιπτώσεις ορυχείων που έχουν διανοιχτεί σε περιοχές µε πτωχά εδάφη ή περιοχές όπου η γονιµότητα έχει περιοριστεί λόγω της εντατικής καλλιέργειας. Για την αξιοποίηση του παραπάνω πλούσιου σε οργανική ύλη υλικού στις τελικές επιφάνειες απαιτείται κατάλληλη άροση και ανάµιξη των υλικών που συνθέτουν το επιφανειακό στρώµα.                                                                                                                                                                     Στη συνέχεια, για την αξιολόγηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των γαιωδών υλικών των προς αποκατάσταση αποθέσεων αγόνων, παρατίθενται τα συµπεράσµατα µελέτης µε τίτλο: «Εδαφολογική Μελέτη των Αποκαταστηµένων Εκτάσεων του Λιγνιτικού Κέντρου ∆υτικής Μακεδονίας (Λ.Κ.∆.Μ.) της ∆.Ε.Η. Α.Ε., Εθνικό Ίδρυµα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.), Ινστιτούτο Εδαφολογίας Θεσσαλονίκης, (2010)».                                                                                                                

 Στο πλαίσιο της ως άνω Μελέτης αναλύθηκαν 243 δείγµατα εδαφών, από διάφορα βάθη σε 81 σηµεία δειγµατοληψίας, οκτώ περιοχών αποθέσεων, που ελήφθησαν και προσκοµίστηκαν στο εργαστήριο του Ινστιτούτου Εδαφολογίας Θεσσαλονίκης, από τις αποκαταστηµένες περιοχές του ΛΚ∆Μ. Τα αποτελέσµατα των αναλύσεων συγκρίθηκαν µε αποτελέσµατα προγενέστερων εδαφολογικών µελετών, που αφορούσαν καλλιεργήσιµες εκτάσεις διαφόρων δήµων του Ν. Κοζάνης, που έχουν παρουσιασθεί αναλυτικά στην Ενότητα 4.2 της παρούσας Μελέτης. Από τα αποτελέσµατα των παραπάνω αναλύσεων προκύπτει ότι, µε εξαίρεση τον σίδηρο, οι µέσες τιµές των εκχυλίσιµων συγκεντρώσεων βαρέων µετάλλων στις εξετασθείσες αποθέσεις της ∆ΕΗ είναι χαµηλότερες από τις αντίστοιχες των γεωργικών εδαφών του Ν. Κοζάνης. Σε όλα τα δείγµατα εδάφους που αναλύθηκαν, και σε συνδυασµό µε τα διαθέσιµα αντίστοιχα στοιχεία από γεωργικά εδάφη του Ν. Κοζάνης, προκύπτει το συµπέρασµα ότι στην πλειοψηφία τους τα εδάφη των αποθέσεων της ∆ΕΗ, σε ότι αφορά τις εκχυλίσιµες (αφοµοιώσιµες από τα φυτά) συγκεντρώσεις τους σε βαρέα µέταλλα, δεν διαφέρουν από τα γεωργικά εδάφη του Ν. Κοζάνης…»                                                                                                                                                      Μετά τα πιο πάνω είναι ολοφάνερο ότι η εγκατάσταση ΜΦ/Β πάρκων ισχύος 2000 MW στις αποκατεστημένες εκτάσεις των λιγνιτωρυχείων θα απαξιώσει γόνιμες οριζόντιες και παραοριζόντιες εκτάσεις τουλάχιστο 40.000 στρεμμάτων. Αντίθετα, οι εκτάσεις αυτές είναι δυνατό να καταστούν αρδεύσιμες, όπως τούτο προβλέπεται ρητά στη ΜΠΕ, ώστε να αναπτυχθούν δυναμικές καλλιέργειες υψηλής αποδοτικότητας, εξασφαλίζοντας μακράν πολλαπλάσιες  ως προς τα  ΜΦ/Β πάρκα, καλά αμειβόμενες θέσεις απασχόλησης στο διηνεκές.  Έτσι, ενισχύεται δραστικά ο πολύπαθος και υποβαθμισμένος αλλά αναντικατάστατος και ζωτικότατος για τη μελλοντική μας επιβίωση πρωτογενής  τομέας.                                                                                                                                            Ωστόσο, είναι απόλυτα κατανοητή και δίκαιη η αναγκαιότητα της ταχείας ανάπτυξης Φ/Β πάρκων από τη ΔΕΗ ΑΕ στην περιοχή σε μεγάλη κλίμακα λόγω της ύπαρξης του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Το πρόβλημα τούτο επιλύεται άμεσα και αποτελεσματικά με την «ανταλλαγή» εδαφών μεταξύ της ΔΕΗ ΑΕ και της τοπικής κοινωνίας, δηλ. με την παραχώρηση εύφορων απαλλοτριωμένων και αποκατεστημένων εκτάσεων από τη ΔΕΗ ΑΕ για ανάπτυξη γεωργικών δραστηριοτήτων και την αντίστοιχη -«ισοδύναμη» παραχώρηση άγονων εκτάσεων (π.χ. δημόσιων ή/και κοινοτικών) στη ΔΕΗ ΑΕ για εγκατάσταση Φ/Β πάρκων. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζονται πλήρως τα συμφέροντα της ΔΕΗ ΑΕ, της  ευρύτερης περιοχής της Δ. Μακεδονίας και της χώρας γενικότερα.                                               

*Ο ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ   είναι  τ. μέλος ΔΣ ΔΕΗ ΑΕ και τ. Δ/ντης ΛΚΔΜ/ΔΕΗ ΑΕ                  

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2020 09:08