Επικοινωνία

Μπορείτε να στείλετε το κείμενο σας στο info@vetonews.gr & veto910@otenet.gr. Τηλ. 6947323650

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Τετάρτη, 06 Απριλίου 2016 17:15

Γιατί πρέπει να κλείσει άμεσα η αξιολόγηση; | του Γιάννη Τζιουρά

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Σήμερα, μετά από σχεδόν 6 χρόνια κρίσης, 5 κυβερνήσεις και 1 δημοψήφισμα, σχεδόν κανείς δεν πείθεται για το αν υπάρχει νόημα να συνεχίσει το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Ούτε καν οι κυβερνώντες! Το μεγάλο αγκάθι της κυβέρνησης λοιπόν σήμερα,

δεν είναι απλά να πείσει τους δανειστές για το κλείσιμο της αξιολόγησης, αλλά το πώς θα πείσει μια ήδη πληγωμένη κοινωνία ότι ο δρόμος της εξόδου από την κρίση περνά μέσα από τα… Μνημόνια.

Παρότι το τελευταίο έχει καταστεί πλέον κοινή πεποίθηση καθώς και πολιτική θέση των κομμάτων με κυβερνητική προοπτική, εξακολουθεί να παραμένει η απροθυμία της εφαρμογής των πολιτικών λιτότητας διότι δεν διαφαίνεται προοπτική εξόδου από την κρίση. Μεγαλύτερο όμως πρόβλημα από αυτό είναι εκείνο της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας, γενικά. Διότι το Μνημόνιο δεν είναι παρά ένα πλαίσιο το οποίο, μεταξύ άλλων, αποσκοπεί στο να μας βοηθήσει να ανακτήσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη των αγορών κρατικών ομολόγων. Σ’ αυτές πασχίζουμε να βγούμε διότι άλλος τρόπος, φθηνής και δίχως αιρεσιμότητες, χρηματοδότησης ενός Κράτους, δεν υπάρχει. Και η έκδοση νέου νομίσματος δεν πρόκειται να λειτουργήσει με τον τρόπο που φαντάζονται αρκετοί, για πολλούς λόγους τους οποίους ελπίζω να μη χρειαστεί να αναπτύξω σε κάποιο άρθρο. Έτσι, το Μνημόνιο ενώ δεν εγγυάται την ανάπτυξη, εγγυάται, εκ της ορθής εφαρμογής του, την εγκαθίδρυση των προϋποθέσεων πάνω στις οποίες μπορεί να στηριχθεί μια αναπτυξιακή προοπτική.

 

Θα ξεκινήσω από το τι απαιτεί η τελευταία για να καταλήξω στην αναγκαιότητα της ορθής εφαρμογής του προγράμματος, στοιχείο της οποίας είναι και το άμεσο κλείσιμο της αξιολόγησης (το οποίο καθυστερεί από τον περασμένο Νοέμβριο). Δεδομένου ότι πλέον οι διαθέσιμοι πόροι για δημόσιες επενδύσεις είναι πενιχροί, όπως και η δυνατότητα άντλησής τους με άλλους τρόπους, αυτό που μένει είναι η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, ιδίως άμεσων ξένων επενδύσεων. Μελετώντας λοιπόν κανείς τα κριτήρια (όχι και τα κίνητρα) που αναζητούν οι επενδυτές προκειμένου να επενδύσουν κάπου, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: Αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως έναν επενδυτή είναι α) η πολιτική σταθερότητα στη χώρα υποδοχής της επένδυσής του, β) το νόμισμα, γ) η περιορισμένη γραφειοκρατία και δ) σχετικά χαμηλοί αλλά πρωτίστως σταθεροί φορολογικοί συντελεστές. Μάλιστα με τη σειρά προτεραιότητας που τα αναφέρω.

 

Όλα αυτά όμως αποτελούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που κοιτάζει ένας υποψήφιος επενδυτής. Όχι το κίνητρο. Το κίνητρο είναι η πιθανότητα κέρδους, μεγαλύτερου μάλιστα από αυτό που δίνουν οι επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα χαμηλού ρίσκου (fixed income επενδύσεις). Γι’ αυτό άλλωστε κανείς αναλαμβάνει, ως πιο risky από τους τελευταίους, να επενδύσει διαφορετικά σε μια οικονομία. Αλλά τα ρίσκα πρέπει να είναι στο κομμάτι της αγοράς και όχι της εγγύησης της επένδυσης. Τι εννοώ…

 

Η χώρα μας έχει να αντιμετωπίσει μια διπλή πρόκληση σήμερα: Α) την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών ομολόγων σε δύο χρόνια περίπου, μέσω της επίτευξης δημοσιονομικής σταθερότητας που θα έχει ως στόχο την απρόσκοπτη δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανειακών της υποχρεώσεων, καθώς και Β) την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της, προϋπόθεση της οποίας είναι η ύπαρξη ενός καθεστώτος εγγύησης των επενδύσεων αλλά κι ενός κλίματος που θα διαπνέεται από την καινοτομία σε όλα τα επίπεδα και θα πλαισιώνεται από τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα στη δημόσια διοίκηση, συμπεριλαμβανομένης και της τάχιστης απονομής ποιοτικών δικαστικών αποφάσεων.

 

Δίχως τα παραπάνω, η ανεργία στη χώρα μας δεν πρόκειται να μειωθεί ΠΟΤΕ. Για να επωφεληθεί λοιπόν ένας επενδυτής από τις δυνατότητες που του παρέχει η πρόσβαση σε μια κοινή αγορά περίπου μισού δισεκατομμυρίου ανθρώπων (πληθυσμός ΕΕ το 2015), και να ρισκάρει να επενδύσει, χρειάζεται τα ανωτέρω τέσσερα αναφερόμενα κριτήρια ενώ το (Α) και το (Β) παρέχουν τη βάση για να χρηματοδοτηθεί και να αναπτυχθεί μια χώρα γενικά.

 

Γιατί λοιπόν πρέπει να κλείσει η αξιολόγηση; Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα ένα- ένα, με την (ανάποδη) σειρά: Για να επενδύσει κανείς (είτε εγχώριος είτε ξένος) πρέπει να μπορεί να διασφαλίσει όχι το κέρδος όπως είπαμε (άσχετα αν σ’ αυτό αποσκοπεί ως ιδιώτης επενδυτής) αλλά την εγγύηση της επένδυσής του. Ότι δηλαδή δεν θα αλλάξει ξαφνικά το νόμισμα της χώρας, και εξαιτίας του γεγονότος αυτού (λόγω πληθωρισμού), θα χάσουν σε μια βραδιά τα πάγια περιουσιακά του στοιχεία, τη μισή αξία από αυτή που είχαν την προηγούμενη μέρα. Η νομισματική σταθερότητα συνεπώς είναι αναπόσπαστο κομμάτι της γενικότερης δημοσιονομικής σταθερότητας, μέρος της οποίας είναι και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Συνεπώς περιορισμοί στα οικονομικά δικαιώματα ενός επενδυτή (π.χ. κεφαλαιακοί έλεγχοι) έχουν επίδραση και στην εγγύηση της επένδυσής του, μιας και δύναται να του δημιουργήσουν πρόβλημα σε περίπτωση που αυτός επιδιώξει τη μεταφορά κεφαλαίων του. Επίσης, η εγγύηση μιας επένδυσης επηρεάζεται από τη δαιδαλώδη γραφειοκρατία στο μέτρο που, εξαιτίας αυτής (και της κωλυσιεργίας των δημοσίων υπηρεσιών) μπορεί να χάσει μέρος της αξίας της επένδυσής του, αφού λόγω καθυστερήσεων δύναται να χάσει ένα ανοδικό momentum της αγοράς. Τέλος, για τον υπολογισμό του κέρδους πρέπει να συνυπολογίσει ένας επενδυτής και τον παράγοντα της φορολογίας. Όχι απαραίτητα το ύψος αυτής όσο τις διακυμάνσεις της. Έχουμε λοιπόν ένα προβλέψιμο φορολογικό καθεστώς; Ή μήπως δεν έχουμε γραφειοκρατία; Οι τράπεζες επιτρέπουν με το πάτημα ενός κουμπιού τη μεταφορά κεφαλαίων όπως μέχρι πριν ένα χρόνο; Τέλος, το ζήτημα του Grexit αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας;

 

Αρνητική απάντηση μπορεί να δοθεί σε κάποια από τα προαναφερόμενα ερωτήματα μόνο με το άμεσο κλείσιμο της αξιολόγησης, ενώ σταδιακά με την ορθή εφαρμογή του προγράμματος, και ιδίως μέσα στα χρονικά περιθώρια που αυτό προβλέπει, μπορεί να δοθεί αρνητική απάντηση και στα υπόλοιπα. Το κλείσιμο της αξιολόγησης δεν εγγυάται την ανάπτυξη. Εγγυάται όμως, εφόσον τηρηθούν τα συμπεφωνημένα στο χρόνο που επιβάλλεται, τη θέση της χώρας σε τροχιά δημοσιονομικής σταθερότητας, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε χρηματοπιστωτική σταθερότητα και συνεπώς σε ουσιαστική ακύρωση του Grexit.

 

Με το κλείσιμο της αξιολόγησης η χώρα θα πετύχει επιτέλους την ενεργοποίηση του χρηματοδοτικού μηχανισμού του προγράμματος που δεν είναι άλλος από το νέο υπερ-Ταμείο των Ιδιωτικοποιήσεων, ενώ το τραπεζικό της σύστημα θα έχει πρόσβαση στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ που ξεκίνησε να λειτουργεί πριν μερικές εβδομάδες και από το οποίο ωφελούνται τράπεζες και επιχειρήσεις.

 

Το Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων έχει τριπλό ευεργετικό ρόλο: Δίνει τους αναγκαίους πόρους για την εξυπηρέτηση του χρέους (περίπου 25 δις), δίνει πόρους στην κυβέρνηση για δημόσιες επενδύσεις (περίπου 12,5 δις), και δίνει τους απαραίτητους πόρους (ύψους έως 12,5 δις) για την ανακεφαλαίωση των τραπεζών που σε συνδυασμό με την Ποσοτική Χαλάρωση μπορούν να αποκτήσουν ρευστότητα την οποία θα τη διοχετεύσουν στις επιχειρήσεις και την αγορά.! Το σημαντικότερο όμως όλων είναι η δυνατότητα που θα δοθεί στη χώρα μέσω της διαδικασίας των ιδιωτικοποιήσεων και της παροχής ρευστότητας των εμπορικών τραπεζών της, να προσελκύσει ξένους επενδυτές.

 

Αναφορικά με αυτό που δεν εγγυάται το πρόγραμμα, δηλαδή την ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας, οφείλει η κυβέρνηση να το κάνει εφόσον επιθυμεί πραγματικά τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, δια της προσέκλυσης ξένων επενδύσεων οι οποίες θα κινητοποιήσουν στη συνέχεια σταδιακά την εσωτερική αγορά σε όλα τα επίπεδα. Σε προηγούμενα άρθρα μου έχω μιλήσει εκτενώς για του τρόπους θεσμικής παρέμβασης του κράτους αναφορικά με την εγγύηση των επενδύσεων. Θεσμικά εργαλεία που δεν αξιοποιούνται δυστυχώς, υπάρχουν π.χ. στο Σύνταγμα, Άρθρο 107 και Ν.Δ. 2687/1953, ενώ μπορούν να αξιοποιηθούν κι άλλα. Υπενθυμίζω πως η Fraport ζητά ανάλογες εγγυήσεις μ’ αυτές που είχε ζητήσει η Hochtief και στην οποία είχαν παρασχεθεί με βάση τα προαναφερόμενα νομικά εργαλεία, τα έχουν ξεχαστεί εντελώς από την πρακτική των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων ετών.

 

Σε κάθε περίπτωση αυτό που λείπει είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου νομικού πλαισίου που θα λειτουργήσει με στόχο την εγγύηση και προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων. Το παραπάνω πλαίσιο, σε συνδυασμό με το κλείσιμο της αξιολόγησης και τη συνέχιση εντός των προθεσμιών της ορθής εφαρμογής (πολιτικές μεταρρυθμίσεων) του προγράμματος, δύναται να μας βγάλει στις αγορές με τη λήξη του, όπως βγήκαν η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος. Το ζήτημα του χρέους δεν αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη, κι αυτό το γνωρίζουν όλοι. Γι’ αυτό και η όποια λογιστική του αναδιαρμόρφωση (reprofiling) αφορά την περίοδο μετά την υποτιθέμενη λήξη του προγράμματος, ενώ η πρόβλεψη για κάτι τέτοιο υφίσταται από το Νοέμβριο του 2012 ενώ έχει επαναλήφθει και τον Ιούλιο του 2015. Πως θα πείσεις λοιπόν τους δανειστές σου ότι θα λειτουργήσει ευεργετικά μια αναδιαμόρφωση χρέους όταν το διαπραγματευτικό σου οπλοστάσιο αποτελείται σχεδόν μόνο από εισπρακτικής και φορολογικής φύσεως μέτρα, δίχως την πρόβλεψη για περικοπή δαπανών; Αυτό από μόνο του αποτελεί όχι μόνο αποθαρρυντικό παράγοντα για τη διασφάλιση της επιστροφής της όποιας συμμετοχής του ΔΝΤ,  αλλά και της ίδιας της ανάληψης του κόστους αναδιαμόρφωσης από την ΕΕ, αφού πρέπει να πείσει τους πολίτες της, πως η αναδιαμόρφωση θα πιάσει τόπο.

 

Οτιδήποτε λοιπόν πέρα από ένα σύντομο κλείσιμο της αξιολόγησης που θα περιλαμβάνει και τη συμφωνία συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, θα σημαίνει επανάληψη του περυσινού καλοκαιριού, με τη διαφορά πως (τέταρτο) πακέτο στήριξης δεν θα υπάρξει ξανά. Τα υπόλοιπα περί εγγύησης επενδύσεων κτλ. ακόμη κι αν γίνουν, εφόσον δεν κλείσει η αξιολόγηση, θα είναι στον αέρα, μαζί με ότι άλλο θα υπάρχει σ’ αυτόν.

 

του Γιάννη Τζιουρά,

Διεθνολόγος- Πολιτικός Επιστήμονας,

Υπ. δρ. Νομικής ΑΠΘ

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 06 Απριλίου 2016 17:20